Θ. Δραγώνα & Α. Φραγκουδάκη: Η μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη – εκπαίδευση & ιδιότητα του πολίτη

invitation_04.12-550x777

 

 

 

 

  • Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013
  • Δίκτυο Ναυαρίνο

Η μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη: εκπαίδευση και ιδιότητα του πολίτη

Ομιλήτριες:

  • Θάλεια Δραγώνα, Κοινωνική Ψυχολόγος, Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών
  • Άννα Φραγκουδάκη, Κοινωνιολόγος της Εκπαίδευσης, Ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών

Την Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου το Δίκτυο Ναυαρίνο υποδέχτηκε τη Θάλεια Δραγώνα και την Άννα Φραγκουδάκη για μια συζήτηση με θέμα “Η μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη: εκπαίδευση και ιδιότητα του πολίτη”. Οι δύο καθηγήτριες μίλησαν στο κοινό για την δεκαπενταετή εμπειρία τους στην υλοποίηση του προγράμματος “Εκπαίδευση των παιδιών της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη”, ενός έργου με πολλές δυσκολίες αλλά και θεαματικά αποτελέσματα, όπως χαρακτηριστικά είπαν.

Η κυρία Φραγκουδάκη, Κοινωνιολόγος της Εκπαίδευσης και Ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, εξήγησε πως στόχος του προγράμματος είναι η ελληνομάθεια και η αποκατάσταση της ιδιότητας του πολίτη για τα παιδιά της μειονότητας. Μέχρι τη δεκαετία του ‘90, το ελληνικό κράτος εφάρμοζε μια ‘πολιτική περιθωρίου’ απέναντι στους μουσουλμάνους της Θράκης. Το πρόγραμμα είναι μέρος της νέας πολιτικής που εφαρμόστηκε από τη δεκαετία του ’90 και μετά, και η οποία βασίζεται στις αρχές της ισονομίας και της ισοπολιτείας. Σε αυτό το πλαίσιο, σκοπός του προγράμματος είναι η αρμονική ένταξη των παιδιών της μειονότητας στην ελληνική κοινωνία και η αποδοχή τους ως ισότιμων πολιτών.

Η κυρία Δραγώνα, Κοινωνική Ψυχολόγος και Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, στάθηκε ιδιαίτερα στα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη  των προαναφερθέντων στόχων. Το πρώτο που έπρεπε να αλλάξει ήταν τα σχολικά εγχειρίδια. Έτσι συντάχθηκαν νέα βιβλία στη λογική της εκμάθησης της ελληνικής ως ξένης γλώσσας και όχι ως μητρικής. Το επόμενο βήμα, που αποδείχτηκε και το δυσκολότερο κομμάτι, ήταν η επιμόρφωση των δασκάλων και των καθηγητών και η εκπαίδευσή τους ώστε να διδάσκουν την ελληνική ως ξένη γλώσσα. Στη συνέχεια, σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς της μειονότητας και της πλειονότητας, η ομάδα του προγράμματος επεξεργάστηκε ζητήματα ταυτοτήτων και ασχολήθηκε με τη δομή της τουρκικής γλώσσας. Εκεί, σύμφωνα με την κυρία Δραγώνα, εντοπίστηκε και η δυσκολία των μουσουλμανοπαίδων να μάθουν ελληνικά, καθώς η δομή της τουρκικής είναι πολύ διαφορετική από τη δομή της ελληνικής γλώσσας. Για να αντιμετωπισθεί αυτό το πρόβλημα, αυξήθηκαν οι ώρες που έμεναν τα παιδιά στο σχολείο, στοιχείο που βοήθησε πολύ στο να καλυφθούν τα κενά των προηγούμενων χρόνων.

Ειδική αναφορά έγινε και στις κινητές μονάδες που πηγαίνουν σε απομονωμένα χωριά για να προσφέρουν μαθήματα ελληνικής γλώσσας και πρόσβαση σε υπολογιστές και δανειστική βιβλιοθήκη.

Η συζήτηση που ακολούθησε, υπό το συντονισμό της Καθηγήτριας Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Έφης Βουτυρά, έδωσε την ευκαιρία στις ομιλήτριες να επεκταθούν και σε άλλες πτυχές του προγράμματος, όπως το ενδιαφέρον που εκδηλώνουν πλέον και οι μητέρες των μουσουλμανοπαίδων να μάθουν και οι ίδιες την ελληνική γλώσσα. Κλείνοντας, οι δυο ομιλήτριες υπογράμμισαν πως στα λεγόμενα ΚΕΣΠΕΜ (Κέντρα Στήριξης του Προγράμματος για την Εκπαίδευση των Μουσουλμανόπαιδων) που πλέον έχουν γίνει θεσμός συντελούνται μικρά παιδαγωγικά θαύματα, πάντα με σύνθημα ‘πρόσθεση όχι αφαίρεση, πολλαπλασιασμός όχι διαίρεση’.