Θεσσαλονικέων Πόλις

Θεσσαλονίκη 2012: αντιμέτωποι με τα φαντάσματα;

Δημήτρης Καιρίδης
Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Διευθυντής του Δικτύου Προβληματισμού «Ναυαρίνο» στη Θεσσαλονίκη

Ο γνωστός Άγγλος ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ στο βιβλίο του για την ιστορία της Θεσσαλονίκης την περίοδο 1430-1950, το οποίο εκδόθηκε το 2004 και μεταφράστηκε στα Ελληνικά το 2006, αποκάλεσε τη Θεσσαλονίκη «πόλη φαντασμάτων»1.

Αν και η πρώτη εικόνα που συναντά ο σύγχρονος επισκέπτης είναι αυτή μιας πόλης που σφύζει από ζωή και νεολαία και απέχει πολύ από τα όποια φαντάσματα, ο Μαζάουερ έγραψε, με ευαισθησία και ταλέντο, όχι για τους ήχους και τη φασαρία της πόλης αλλά για τις μεγάλες και εκκωφαντικές σιωπές της! Σιωπές ενός πολυ-πολιτισμικού, πολυ-θρησκευτικού, πολυ-φυλετικού και πολύ-γλωσσου παρελθόντος που χάθηκε, συχνά βίαια, με την άφιξη της νεωτερικότητας και την άνοδο του εθνικισμού, με αποκορύφωμα την εξόντωση της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης από τους Ναζί το 1943.

Το βιβλίο του Μαζάουερ απέσπασε διθυραμβικές κριτικές στο διεθνή τύπο2, έκανε τη Θεσσαλονίκη γνωστή σε ξένους που δεν είχαν ακούσει ποτέ γι’αυτή και παραμένει το βασικό σημείο αναφοράς στη διεθνή βιβλιογραφία για την πόλη και την ιστορία της. Παρόλα αυτά, ίσως και εξαιτίας όλων αυτών, το βιβλίο ξένισε πολλούς Έλληνες3 επειδή αμφισβητεί την «εθνική αφήγηση» περί της αδιάλειπτης «Ελληνικότητας» της πόλης και, αντίθετα, μιλάει για τους Εβραίους, Μουσουλμάνους και Χριστιανούς που, μέχρι πρόσφατα, την κατοικούσαν.

Το βιβλίο μας προσκαλεί, μέσα από έναν καταιγισμό τεκμηρίων, να αναστοχαστούμε το πρόσφατο παρελθόν της πόλης μας. Συνεχίζοντας τη λαμπρή παράδοση της σύγχρονης Αγγλικής ιστοριογραφίας, ο Μαζάουερ καταφέρνει, με μοναδική μαεστρία, να εντάξει το ειδικό στο γενικό, το τοπικό στο διεθνές, τη Θεσσαλονίκη μέσα στις μεγάλες αλλαγές που έφερε το τέλος της εποχής των αυτοκρατοριών και η άνοδος του έθνους-κράτους4.

Με την έννοια αυτή, η Θεσσαλονίκη δεν είναι η μόνη πόλη στον κόσμο με «φαντάσματα» ενός  ακρωτηριασμένου παρελθόντος. Υπάρχουν πολλές ακόμα όπως η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη, η Τραπεζούντα και η Αλεξάνδρεια, τέσσερις πόλεις που έχουν εγγραφεί ανεξίτηλα στο Ελληνικό εθνικό υποσυνείδητο, αλλά και η Τεργέστη, το Σεράγεβο, η Πράγα, το Λβοφ κ.ο.κ.

Όλες αυτές οι πόλεις και πολλές άλλες άλλαξαν δραματικά τα τελευταία εκατό χρόνια, χάνοντας συμπαγείς πληθυσμούς με ιστορία αιώνων και μαζί τον κοσμοπολιτισμό που αυτοί κόμιζαν. Στην πορεία, οι πόλεις (όπως και τα κράτη στα οποία αυτές βρέθηκαν να ανήκουν) ομογενειοποιήθηκαν εθνο-πολιτισμικά: η Σμύρνη μεταβλήθηκε σε Τουρκική Ιζμίρ και το Λβοφ σε Ουκρανικό Λβιβ.

Σήμερα, μετά τις αιματηρές ανακατατάξεις του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, στην εποχή της ειρηνικής συνύπαρξης, της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, των ανοικτών αλλά και ασφαλών συνόρων, αναβιώνει ένα κίνημα νοσταλγίας για τον χαμένο πλούτο πολιτισμού που οι εθνικισμοί, ένθεν και κείθεν, κατέστρεψαν.

Στην Κωνσταντινούπολη, παλιοί Τούρκοι αστοί μιλούν με συμπάθεια για τους Ρωμιούς που φύγανε και με αποστροφή για τους εσωτερικούς μετανάστες που ήρθανε από τα βάθη της Ανατολίας και διογκώσανε την Πόλη σε μια μεγαλούπολη με πάνω από 15 εκατομμύρια κατοίκους. Ταινίες5, βιβλία, εκθέσεις, συνέδρια και άλλες εκδηλώσεις πραγματοποιούνται κάθε χρόνο με θεματολογία σχετικά με την παλιά, πολυ-πολιτισμική Κωνσταντινούπολη των Ελλήνων, των Εβραίων, των Αρμένιων και των Τούρκων.


Για τη Θεσσαλονίκη το ερώτημα είναι αν χρειάζεται κι αν αντέχουμε ως τοπική κοινωνία, αλλά και ως σύγχρονο Ευρωπαϊκό κράτος, να μιλήσουμε με εντιμότητα και ευαισθησία για την πρόσφατη ιστορία μας. Το ερώτημα αυτό τίθεται, σχεδόν επιτακτικά, λόγω της μεγάλης επετείου που πλησιάζει. Το 2012 συμπληρώνεται η εκατονταετηρίδα από την είσοδο του Ελληνικού στρατού στην πόλη και από την επακόλουθη ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στην Ελλάδα. Ο συμβολισμός της επετείου μας καλεί, θέλοντας και μη, να αναμετρηθούμε με τα φαντάσματα του παρελθόντος μας. Μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε ή προτιμούμε, για μια ακόμα φορά, να τα αγνοήσουμε, διαιωνίζοντάς τα; Μπορεί η πόλη να ξορκίσει τα στοιχειά της ιστορία της; Ή θα συνεχίσει να παραμένει φοβική, και υπόδουλη, απέναντί τους;

Η δημοτική αρχή της πόλης έχει ήδη δώσει την απάντησή της. Σε σχετική ανακοίνωση, που ανέρτησε στην επίσημη ιστοσελίδα του Δήμου Θεσσαλονίκης6, αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Το 1912 αποτελεί ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΟΡΟΣΗΜΟ για τη Θεσσαλονίκη μας, αφού – επιτέλους – η πόλη απελευθερώνεται από τον Ελληνικό Στρατό και παραδίδεται στους Έλληνες στις 26 Οκτωβρίου». Για τον Δήμο και τους εορτασμούς που προγραμματίζει η «ιστορία» είναι απλή και ξεκάθαρη υπόθεση: το 1912 η Θεσσαλονίκη απελευθερώνεται μετά από 500 χρόνια Τουρκικού ζυγού. Τι κι αν ένα μόνο μέρος των τότε κατοίκων της πόλης ένιωθε να απελευθερώνεται από τον Ελληνικό στρατό;

Και η ανακοίνωση συνεχίζει: «Από τότε και μέχρι σήμερα, η Θεσσαλονίκη, κατακτά τα όνειρά της, προχωρά στην ελεύθερη ζωή της με δυναμισμό και ελπίδα και εξελίσσεται συνεχώς, όχι μόνο σε μία σημαντική πόλη της Ελλάδας και των Βαλκανίων αλλά σε μία σύγχρονη, Ευρωπαϊκή Μεγαλούπολη, σταυροδρόμι που ενώνει τη Δύση με την Ανατολή, διαμετακομιστικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, πύλη κρίσιμη για την Ευρωπαϊκή ενδοχώρα, πολυσήμαντο Κέντρο Ανάπτυξης για το εμπόριο, τις επιχειρήσεις, τις επιστήμες, τον πολιτισμό, την καινοτομία, τον τουρισμό, τις επικοινωνίες κ.λ.π.» Ωστόσο, κάποιοι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης του 1912 δεν κατέκτησαν τα όνειρά τους ούτε προχώρησαν στην ελεύθερη ζωή με δυναμισμό και ελπίδα. Κάποιοι ανταλλάχθηκαν και κάποιοι εξοντώθηκαν βάναυσα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Υπάρχει θέση γι’αυτούς στις επετειακές εκδηλώσεις του 2012; Και ποιές μπορεί να είναι οι συνέπειες της παρουσίας ή της απουσίας τους από αυτές;

Η δημόσια διαχείριση του ιστορικού παρελθόντος δεν είναι τόσο υπόθεση επιστημονική όσο βαθύτατα πολιτική και αφορά το παρόν και το μέλλον μιας κοινωνίας. Για το λόγο αυτό, σε αυτή τη διαχείριση, καλώς ή κακώς, δεν εμπλέκονται μόνον οι επιστήμονες ιστορικοί. Εξάλλου, αυτοί, όπως ο Μαζάουερ, έχουν απαντήσει προ πολλού με τεκμηριωμένη, λίγο-πολύ, σαφήνεια για το παρελθόν της πόλης.

Στη διαχείριση αυτή εμπλέκεται το σύνολο της κοινωνίας και, κυρίως, οι εκπρόσωποί της. Έτσι κι αλλιώς, το πως θα αποφασίσει να γιορτάσει η πόλη την επέτειο του 2012, εξαρτάται από τι είδους Θεσσαλονίκη θέλουμε. Για το λόγο αυτό, το ερώτημα και η απάντηση σε αυτό μας αφορά όλους. Και θα πρέπει, κατεξοχήν, να αφορά την επιχειρηματική κοινότητα της πόλης, η οποία, κατά τεκμήριο, αποτελεί το πιο δυναμικό και εξωστρεφές κόμματι της κοινωνίας της πόλης.

Δύο είναι οι βασικές πολιτικές επιλογές: από τη μιά, αυτή μιας Θεσσαλονίκης ανασφαλούς, ξενόφοβης, εσωστρεφούς, αμυντικής και εθνικιστικής, στην αντίληψη της για το παρελθόν, και άρα, και για το μέλλον της. Από την άλλη, υπάρχει η επιλογή μιας Θεσσαλονίκης με αυτοπεποίθηση, ανεκτικής και εξωστρεφούς που αντιλαμβάνεται το πολυ-πολιτισμικό παρελθόν της, όχι ως κίνδυνο που πρέπει να αποφύγει πάση θυσία, αλλά ως πλούτο και κεφάλαιο που μπορεί να αξιοποιήσει.

Δεν είναι υπερβολή να θεωρήσει κανείς ότι η πρώτη επιλογή οδηγεί σε μια Θεσσαλονίκη των ανέργων, της διαρροής των καλύτερων μυαλών της στην Αθήνα και το εξωτερικό, της διαρκούς αλλά ανώφελης μεμψιμοιρίας απέναντι στην πρωτεύουσα, της οικονομικής δυσπραγίας και της παρακμής σε όλα τα επίπεδα.

Αντίθετα, η δεύτερη επιλογή σηματοδοτεί μια Θεσσαλονίκη δυναμική, που έλκει κοντά της όχι μόνο τα δικά της αλλά και τα ξένα ταλέντα, και που θεωρεί τις γεω-πολιτικές αλλαγές του 1989 και μετά ως ευκαιρίες (και όχι ως κινδύνους) ανάπτυξης. Αν πράγματι, η πόλη και οι αρχές της θέλουν η Θεσσαλονίκη να ξαναγίνει διαβαλκανικό κέντρο, προς όφελος των κατοίκων της, της Ελλάδας και ολόκληρης της περιοχής, θα πρέπει να αποδείξουν ότι δεν απειλούνται από τα φαντάσματα της ιστορίας. Το 2012 προσφέρεται για μια ψύχραιμη άσκηση αυτογνωσίας.

 


Αντίπαλοι στη μεγάλη αυτή προσπάθεια είναι όλοι όσοι έχουν επενδύσει στις εθνικές μας νευρώσεις: τοπικοί άρχοντες, εκκλησιαστικοί ηγέτες, αθλητικοί παράγοντες, μέσα ενημέρωσης αποκλειστικά ταγμένα στον εντυπωσιασμό, και βέβαια, η μια κάπως ειρωνική και υπεροπτική αδιαφορία της Αθηναϊκής ελίτ (που έχει με τόσα άλλα κρίσιμα πράγματα να ασχοληθεί, ιδίως αυτή την περίοδο). Όλοι αυτοί θα επιχειρήσουν να στήσουν ένα ακόμα πανηγύρι, το οποίο θα έχει πολύ λιγότερο να κάνει με το παρελθόν και πολύ περισσότερο με τα «ψηφουλάκια». Στόχος τους δεν είναι το καλό της πόλης αλλά η ενίσχυση της πολιτικής επιρροής και της εξουσίας τους πάνω σε μια πόλη που, εδώ και είκοσι χρόνια,  βλέπει τις ευκαιρίες, τις οποίες η ιστορία απλόχερα της προσφέρει, να την προσπερνούν και την αναπτυξιακή απόσταση, που τη χωρίζει από την Αθήνα, να διευρύνεται.

 

Με λίγα λόγια, η επέτειος του 2012 προσφέρεται για να αφουγκραστούμε με ευαισθησία το πραγματικό μας παρελθόν, να το κατανοήσουμε και με ψυχραιμία να συμφιλιωθούμε με αυτό. Αυτή η συμφιλίωση αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για μια εξωστρεφή Θεσσαλονίκη. Διαφορετικά θα παραμείνουμε έρμαια κάθε Ελληναρά, Σκοπιανομάχου, Βουλγαροκτόνου, Τουρκοφάγου, αντισημίτη. Σε μια τέτοια περίπτωση, το κακό μπορεί να είναι πολύ μικρό για την Τουρκία, το Ισραήλ, τη Βουλγαρία, ακόμα και για τα μικρά Σκόπια. Όμως, είναι πολύ μεγάλο για τη Θεσσαλονίκη, τους νέους και τις προοπτικές της.

Η Ελλάδα διέρχεται σήμερα μια περίοδο σοβαρής κρίσης. Όπως σωστά έχει επισημανθεί, η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι, πρωτίστως, κρίση αξιών και νοοτροπίας. Η κρίση, όμως, προσφέρει μια μεγάλη ευκαιρία να ξανακοιταχθούμε συνολικά στον καθρέφτη και να αντιμετωπίσουμε με θάρρος τις συλλογικές μας παθολογίες.

Πουθενά, η ανάγκη για μια τέτοια ανασκόπηση δεν είναι πιο έντονη από ότι στη Θεσσαλονίκη, την πόλη που επηρρεάστηκε, περισσότερο από οποιάδηποτε άλλη στην Ελλάδα, από τις διεθνείς αλλαγές του 1989 και μετά. Ο απολογισμός της τελευταίας εικοσαετίας, παρά της επιμέρους επιτυχίες, δεν είναι ενθαρυντικός. Η Θεσσαλονίκη μπορούσε να τα καταφέρει καλύτερα. Το χάσμα ανάμεσα στις δυνατότητες της και τις επιδόσεις της διευρύνθηκε. Και γι’αυτή την υστέρηση υπεύθυνοι δεν μπορεί παρά να είναι η νοοτροπία και οι φορείς της μέσα στην κοινωνία της πόλης. Σπαταλήθηκε χρόνος και ενέργεια σε μάχες «φαντασμάτων» με τους βόρειους γείτονες μας, την ίδια ώρα που υποκριτικά παρουσιάζονταν η Θεσσαλονίκη ως «Βαλκανική μητρόπολη».

Την τελευταία εικοσαετία, η Θεσσαλονίκη, συχνά, φάνηκε να πρωτοστατεί σε μια αρνητική, αμυντική και φοβική αντιμετώπιση των αλλαγών του διεθνούς περιβάλλοντος. Αυτό έβλαψε, καταρχήν, την ίδια και τις προοπτικές της αλλά, λόγω του ειδικού βάρους της εντός του εθνικού κορμού, έβλαψε και την Ελλάδα συνολικά.  Με την έννοια αυτή, η «μάχη» της Θεσσαλονίκης είναι και «μάχη» της Ελλάδας. Για να μπορέσει η Ελλάδα να ξεπεράσει την τρέχουσα κρίση που τη μαστίζει, θα πρέπει να αποδεσμευτεί από τις νοοτροπίες που την καθηλώνουν. Και για να τα καταφέρει, θα πρέπει πρώτα η Θεσσαλονίκη να απελευθερωθεί από αυτές. Το 2012 μπορεί και πρέπει να γίνει αφετηρία μιας νέας προσέγγισης που δεν θα είναι απλώς πιο έντιμη με το παρελθόν μας αλλά και πιο ωφέλιμη για το μέλλον.

Σημείο εκκίνησης δεν μπορεί να είναι μόνο ο Μέγας Αλέξανδρος αλλά και τα μεγάλα μας πλεονεκτήματα. Η Θεσσαλονίκη είναι η πιο πλούσια πόλη μεταξύ Βιέννης και Αιγαίου. Διαθέτει ένα μεγάλο, αλλά, εν πολλοίς, αναξιοποίητο λιμάνι, δύο μεγάλα δημόσια πανεπιστήμια και πολλά ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, μια πλούσια αγροτική ενδοχώρα, μια σημαντική βιομηχανική υποδομή,πέντε μεγάλα μουσεία, τον πιο δημοφιλή πολιτιστικό θεσμό της χώρας, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, μια δημιουργική νεολαία που την έχει καταστήσει το εθνικό κέντρο στο computer design και σε άλλες νέες τεχνολογίες.

Με λίγα λόγια, η Θεσσαλονίκη πρέπει να πιστέψει στις δυνατότητες της, να ξεχάσει για λίγο τη συμπλεγματική σχέση της με την Αθήνα, να επανατοποθετήσει τον εαυτό της στο χάρτη των μεσαίων αλλά δυναμικών Ευρωπαϊκών πόλεων δίπλα στη Βαλένθια, το Μπορντώ, το Τορίνο κ.ο.κ.

Και πάνω από όλα θα πρέπει να τα βρει με τον εαυτό της, δηλαδή τόσο με το παρελθόν όσο και με το μεταβαλόμμενο παρόν της, που μαζί συνθέτουν την ελκυστική ιδιοσυγκρασία και την ταυτότητά της πόλης, πέρα από τα δημοφιλή στερεότυπα μιας «εθνικής ιστορίας», βγαλμένης απευθείας από τον ρομαντισμό του 19ου αιώνα, ασύμβατης όμως, στην υπερβολή της, με τον παγκοσμιοποιημένο 21ο αιώνα.

Το 2012 θα πρέπει να μιλήσουμε για τη Θεσσαλονίκη των Ελλήνων, των προσφύγων, των εβραίων, των μουσουλμάνων, των μεταναστών, και όλων όσων συνέθεσαν και, διαρκώς, ανασυνθέτουν, τη συναρπαστική της ιστορία. Θα το κάνουμε όχι γιατί μας υποχρεώνουν οι ξένοι αλλά γιατί το χρωστάμε στους εαυτούς μας και, κυρίως, στη νέα γενιά.

Και θα το κάνουμε με συναίσθηση της πικρής ιστορίας της πόλης μας ως κεντρικού θεάτρου στο οποίο παίχτηκε το μεγάλο δράμα της κατάρρευσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της επικράτησης των εθνικισμών. Στο δράμα αυτό, μετρήσαμε κι εμείς οι Έλληνες μεγάλες απώλειες: τη Μικρασία, τον Πόντο, την Κωνσταντινούπολη. Κερδίσαμε τη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία. Και κατανοούμε ότι αυτά που εμείς χάσαμε κάποιοι άλλοι τα κέρδισαν αλλά και ότι αυτά που εμείς κερδίσαμε κάποιοι άλλοι τα έχασαν.

Ήρθε η ώρα να ακούσουμε τις εκκωφαντικές σιωπές που κατακλύζουν τις Βαλκανικές μας πόλεις. Όχι τόσο γιατί μας ενδιαφέρει το παρελθόν, που παρήλθε ανεπιστρεπτί, όσο γιατί μας ενδιαφέρει το μέλλον. Και αυτό το μέλλον, για να είναι ελπιδοφόρο, και, με όρους τρέχουσας γεωπολιτικής, για να είναι Ευρωπαϊκό (και όχι Βαλκανικό), πρέπει να βασίζεται στον αλληλοσεβασμό και τη συνύπαρξη.

Έτσι κι αλλιώς, δύο χρόνια μετά το 2012 έρχεται το 2014, η εκατονταετηρίδα της έναρξης του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Όπως είναι γνωστό, το 12 οδήγησε στο 14 κι αν το 12 αφορά μόνο εμάς εδώ στα Βαλκάνια, το 14 αφορά ολόκληρη την Ευρώπη και τον κόσμο. Με όλους αυτούς τους συνειρμούς υπόψη, ο εορτασμός του 2012 στη Θεσσαλονίκη μπορεί να είναι όχι μόνο ένα στενά Βορειοελλαδικό αλλά και ένα Ελληνικό, Βαλκανικό και Ευρωπαϊκό γεγονός.

Και με την έννοια αυτή, θα πρέπει η Αθήνα να κατανοήσει ότι ο εορτασμός του 2012 είναι υπόθεση εθνική και αφορά κι αυτήν καθώς και όλη την Ελλάδα. Και ότι δεν μπορεί αυτός να αφεθεί να υποκλαπεί από τοπικούς γραφικούς δημαγωγούς με προνομιακή πρόσβαση στην τηλεόραση. Αλλά και οι Βρυξέλλες θα πρέπει να καταλάβουν ότι ο εορτασμός του 2012 μπορεί και πρέπει να είναι υπόθεση Ευρωπαϊκή. Αν, στο παρελόν, τα κατάφεραν οι Γερμανοί με τους Γάλλους και αν, σήμερα, προσπαθούν οι Ρώσοι του Πούτιν με τους Πολωνούς να συμφιλιωθούν με την ιστορία και να ξορκισούν, μια για πάντα, τα φαντάσματά της, τότε μπορούμε κι εμείς.

Σε αυτή την προσπάθεια η Θεσσαλονίκη μπορεί να πρωταγωνιστήσει κι έτσι να στείλει ένα ελκυστικό μήνυμα στον κόσμο μιας πόλης που δεν φοβάται αλλά είναι περήφανη για το παρελθόν και, κατά συνέπεια, για το μέλλον της. Αυτή θα είναι η καλύτερη και πιο δημιουργική απάντηση στην πρόσκληση-πρόκληση που έγραψε γι’αυτήν ο Μαζάουερ στο περίφημο βιβλίο του.

 


1 Mazower, Mark, Salonica, City of Ghosts: Christians, Muslims and Jews, 1430-1950, Λονδίνο: HarpersCollins Publishers, 2004, σελ. 528.2 Το βιβλίο απέσπασε τρία διεθνή βραβεία (The John Criticos Prize, The Runciman Award, The Duff Cooper Prize) ενώ έγραψαν θετικά γι’αυτό ο Economist, οι Times του Λονδίνου και πολλά άλλα έντυπα με διεθνή απήχηση.

3 Όπως φάνηκε στην εκδήλωση-παρουσίαση του βιβλίου που διοργάνωσε το Ίδρυμα Κόκκαλη στο Ολύμπιον, στη Θεσσαλονίκη, στις 15 Ιουνίου 2005.

4 Σύμφωνα με το γνωστό ιστοριογραφικό σχήμα του μεγάλου ιστορικού, συμπατριώτη του Μαζάουερ, Έρικ Χομπσμπάουμ στο κλασσικό έργο του The Age of Empire: 1815-1914.

5 Όπως για παράδειγμα, η Τουρκική ταινία «Πληγές του Φθινοπώρου, παραγωγής 2009, η οποία αναφέρεται στο πογκρόμ εναντίον των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, τον Σεπτέμβριο του 1955.

http://www.thessaloniki.gr/portal/page/portal/DioikitikesYpiresies/
PolitistikesYpiresies/DnsiPolitismou/Thessaloniki-2012