Δημήτρης Καιρίδης: “Επιβεβαίωση της επιλογής του” (Καθημερινή 03/03/2013)

Του Δημήτρη Καιρίδη*

Δεκαπέντε χρόνια από τον θάνατό του, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής παραμένει επίκαιρος, καθώς η κληρονομιά του αποτελεί την ασφαλή αφετηρία για την υπέρβαση της βαθιάς κρίσης που μαστίζει τη χώρα. Στο πλαίσιο αυτό, ο Καραμανλής επαινείται, σχεδόν από όλους, για την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, αλλά επικρίνεται από κάποιους για τον «κρατισμό» της δεύτερης πρωθυπουργίας του αλλά και την «υποχωρητικότητά» του στον λαϊκισμό στη μετά το 1981 εποχή.

Το ότι η ευρωπαϊκή επιλογή του Καραμανλή έχει καταστεί παγιωμένη εθνική στρατηγική αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι παρά την τρέχουσα μεγάλη καθίζηση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων, οι περισσότεροι συνεχίζουν να επιθυμούν τη διατήρηση της Ελλάδας στον σκληρό πυρήνα της ενωσιακής διαδικασίας, δηλαδή στο ευρώ. Επιπλέον, η επιλογή του Καραμανλή υιοθετήθηκε ακόμα και από την Κύπρο, που για δεκαετίες υπήρξε, ελέω ΑΚΕΛ, ισχυρή εστία ουδετεροφιλίας, και η οποία σήμερα δηλώνει ότι επιθυμεί τη σύνδεση και με το ΝΑΤΟ.

Ο Καραμανλής διείδε από την πρώτη στιγμή τη δυναμική της ΕΟΚ, αντί της θνησιγενούς ΕΖΕΣ, νωρίτερα από το σύνολο όχι μόνο των Ελλήνων πολιτικών αλλά και των περισσότερων Ευρωπαίων. Η πρώιμη, διαρκής και επίμονη προσήλωση του Καραμανλή στην Ευρώπη, ήδη από το 1958, υπονομεύει την εμμονή της αριστερόστροφης ιστοριογραφίας της μεταπολίτευσης να διαχωρίζει πλήρως, και σε βάρος της πρώτης, τις δύο πρωθυπουργικές θητείες του Καραμανλή, πριν και μετά τη δικτατορία.

Ο Καραμανλής, όπως κάθε ηγέτης, υπήρξε προϊόν της εποχής του. Ο ίδιος ανήκε στη πρώτη μεταπολεμική γενιά των μεγάλων δυτικο-ευρωπαίων εκσυγχρονιστών ηγετών που χαρακτηρίζονταν από κάποιες «σοσιαλίζουσες» καταβολές εξαιτίας των τραυματικών εμπειριών των δεκαετιών του 1930 και 1940. Για τους ηγέτες αυτούς το κράτος αποτελούσε ισχυρό μοχλό ανάπτυξης, ιδίως για υπανάπτυκτες κοινωνίες που χρειάζονταν μια δυνατή «σπρωξιά» προς τα μπρος. Η εκ των υστέρων κριτική οφείλει να έχει αντίληψη του ιστορικού πλαισίου κάθε εποχής. Η κριτική ενάντια στον κρατισμό ανδρώνεται στη χώρα μας μέσα από τις καταχρήσεις της δεκαετίας του 1980. Στη δεκαετία του 1970, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ηπειρωτική Ευρώπη, το κράτος (του οποίου οι δομές δεν είχαν ακόμα περιπέσει στη σημερινή αναξιοπιστία) εθεωρείτο επιβοηθητικό της ανάπτυξης.

Ο Καραμανλής βρέθηκε την επαύριο των εκλογών της 18ης Οκτωβρίου 1981 τριπλά αποδυναμωμένος. Η ήττα της Νέας Δημοκρατίας ήταν βαριά, ο ίδιος είχε αποστερηθεί του δικαιώματος της εκ νέου πρόωρης διαλύσεως της Βουλής για ένα χρόνο και, τέλος, η Νέα Δημοκρατία είχε συγκεντρώσει λιγότερες των 120 εδρών, με αποτέλεσμα ακόμα και μια ενδεχόμενη παραίτησή του, ως ύστατη αντίδραση, να μην οδηγούσε κατ’ ανάγκη σε προκήρυξη νέων εκλογών. Το σημαντικότερο, ωστόσο, ήταν ότι ο Καραμανλής, επιλέγοντας την έμμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας στο Σύνταγμα του 1975, ήθελε να αποφύγει την ουσιαστική δυαρχία της εκτελεστικής εξουσίας σε περιόδους «συγκατοίκησης» (όπως συμβαίνει στη Γαλλία), αφήνοντας το απόλυτο προβάδισμα στον λαοπρόβλητο πρωθυπουργό. Αυτή η επιλογή τον δέσμευε και περιόριζε τα όρια της παρέμβασής του στον ρόλο κυρίως του εγγυητή του δυτικού προσανατολισμού και της θέσης της Ελλάδας στην Ευρώπη.

* Ο κ. Δημ. Καιρίδης είναι αν. καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Πηγή: http://www.kathimerini.gr/482312/article/epikairothta/politikh/apoyh-epivevaiwsh-ths-epiloghs-toy